Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκουμπῶ < μεσαιωνική ελληνική ἀκουμπῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀκουμπῶ και ἀκουμπάω

  1. το ακουμπώ στην καθαρεύουσα αλλά και πριν από αυτήν, γενικά στο πολυτονικό σύστημα
δείτε τη λέξη  ακουμπώ

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκουμπῶ < λατινική accumbο (accumbere : πλαγιάζω, ξαπλώνω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀκουμπῶ και ἀκουμβίζω και ἀκκουμβίζω και ἀκουμπίζω

  1. στηρίζω τον εαυτό μου ή ένα μέλος μου (το κεφάλι μου για να κοιμηθώ, το κορμί μου γενικά, για να ξεκουραστώ, το χέρι μου για να μην πέσω)
  2. στηρίζομαι ψυχικά ή και γενικότερα σε κάποιον-κάτι (νομικά, οικονομικά, για προστασία, για σωτηρία), εμπιστεύομαι την τύχη μου σε κάποιον, στηρίζω σε αυτόν όλες μου τις ελπίδες για κάτι σημαντικό
  3. τοποθετώ κάτι κάπου, το αποθέτω
  4. παντρεύω την κόρη μου (αποθέτω την τύχη της, της βρίσκω άλλο στήριγμα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία