Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στηρίζομαι < στηρίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

στηρίζομαι αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία