Δείτε επίσης: ταγγίζω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
δάχτυλα που αγγίζουν την επιφάνεια του νερού

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγγίζω < εγγίζω < εγγύς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈɟi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγγίζω και εγγίζω , πρτ.: άγγιζα, στ.μέλλ.: θα αγγίξω, αόρ.: άγγιξα, παθ.φωνή: αγγίζομαι, μτχ.π.π.: αγγιγμένος

  1. ακουμπώ κάτι με την άκρη των δαχτύλων μου, πολύ απαλά
    Απαγορεύεται να αγγίζετε τα εκθέματα του μουσείου
  2. ασχολούμαι με κάτι νέο, πολύ επιφανειακά, χωρίς να εμβαθύνω
  3. (μεταφορικά) πειράζω κάποιον, τον προκαλώ φιλικά
  4. (μεταφορικά) συγκινώ κάποιον
    με άγγιξαν πολύ τα λόγια του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

προσεγγίζω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία