Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μετοχή οι μετοχές
      γενική της μετοχής των μετοχών
    αιτιατική τη μετοχή τις μετοχές
     κλητική μετοχή μετοχές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μετοχή (συμμετοχή) < μετέχω < μετά + ἔχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /me.toˈçi/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετοχή θηλυκό

  1. (γραμματική) κλιτή λέξη που διαθέτει τις ιδιότητες του επιθέτου και του ρήματος, ένα είδος ρηματικού επιθέτου
    Η μετοχή λέγεται έτσι γιατί οι ιδιότητές της μετέχουν και στα δυο αυτά μέρη του λόγου.
  2. (οικονομία) χρηματικός τίτλος που αντιπροσωπεύει ένα μέρος του κεφαλαίου μιας επιχείρησης
    η τιμή των μετοχών στο χρηματιστήριο πέφτει ή ανεβαίνει
    η μετοχή ΧΧ όχι μόνον ανέκαμψε, αλλά έκανε άλμα
    1. (μεταφορικά) πέφτουν οι μετοχές μου: χάνω κύρος
    2. (μεταφορικά) ανεβαίνουν οι μετοχές μου: κερδίζω κύρος
  3. (σπάνιο) η πράξη του να λαμβάνει μέρος κάποιος σε κάτι, η συμμετοχή[2]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

(γραμματική)

(οικονομία)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «μετοχή» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)