Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ενεργητικός ενεργητική ενεργητικό
γενική ενεργητικού ενεργητικής ενεργητικού
αιτιατική ενεργητικό ενεργητική ενεργητικό
κλητική ενεργητικέ ενεργητική ενεργητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργητικοί ενεργητικές ενεργητικά
γενική ενεργητικών ενεργητικών ενεργητικών
αιτιατική ενεργητικούς ενεργητικές ενεργητικά
κλητική ενεργητικοί ενεργητικές ενεργητικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενεργητικός < αρχαία ελληνική ἐνεργητικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενεργητικός

  1. που είναι ενεργός και σχετικά δραστήριος
  2. (γραμματική) που δείχνει ότι το υποκείμενο ενεργεί
  3. (οικείο) (για ομοφυλόφιλη σχέση) που υποτίθεται ότι παίζει το ρόλο του άντρα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία