Arrows blue.png Δείτε επίσης : κλίτος, κλῖτος, κλεῖτος, -κλιτος, κλητός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλιτός < αρχαία ελληνική κλιτός < κλίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κλιτός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία