Δείτε επίσης: κλίτος, κλῖτος, κλεῖτος, -κλιτος, κλητός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλιτός < αρχαία ελληνική κλιτός < κλίνω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κλιτός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)
  2. κατηγορία λέξεων που κλίνεται και αφορά: το άρθρο, το ουσιαστικό, το επίθετο, την αντωνυμία, το ρήμα, και τη μετοχή

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία