Δείτε επίσης: κλίτος, κλῖτος, κλεῖτος, κλιτός, -κλιτος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κλητός η κλητή το κλητό
      γενική του κλητού της κλητής του κλητού
    αιτιατική τον κλητό την κλητή το κλητό
     κλητική κλητέ κλητή κλητό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κλητοί οι κλητές τα κλητά
      γενική των κλητών των κλητών των κλητών
    αιτιατική τους κλητούς τις κλητές τα κλητά
     κλητική κλητοί κλητές κλητά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλητός < αρχαία ελληνική κλητός < καλέω / καλῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kliˈtos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κλη‐τός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κλητός, -ή, -ό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  1. «πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί»: Κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, 22, 14