Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική καλεσμένος καλεσμένη καλεσμένο
γενική καλεσμένου καλεσμένης καλεσμένου
αιτιατική καλεσμένο καλεσμένη καλεσμένο
κλητική καλεσμένε καλεσμένη καλεσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλεσμένοι καλεσμένες καλεσμένα
γενική καλεσμένων καλεσμένων καλεσμένων
αιτιατική καλεσμένους καλεσμένες καλεσμένα
κλητική καλεσμένοι καλεσμένες καλεσμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλεσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

καλεσμένος

  1. που τον έχουν καλέσει

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλεσμένος αρσενικό

  1. επισκέπτης σε σπίτι ή παρευρισκόμενος σε εκπομπή που έχει έρθει μετά από προσωπική ή ανοιχτή πρόσκληση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία