Γλώσσα: Αρχαία ελληνικά » Παράρτημα:Γραμματική » Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές


Δευτερόκλιτα επίθετα και μετοχές

« Κατηγορία:Επίθετα κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά) & ελληνιστική κοινή
« Κατηγορία:Μετοχές κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά) & ελληνιστική κοινή
1. Πίνακες: Ευρετήριο καταλήξεων αρσενικό-θηλυκό-ουδέτερο γενικές

Όπου το θηλυκό είναι διαφορετικό από το αρσενικό, είναι πρωτόκλιτο.

Συνηρημένα

Αττικόκλιτα

ΑσυναίρεταΕπεξεργασία

καλός ξηρόςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'καλός'}}

τριγενή και τρικατάληκτα
οξύτονα

-ός, -ή, -όν Κατηγορία:καλός • 290 λέξεις 
  • πριν την κατάληξη προηγείται σύμφωνο εκτός από το ρο
    όπως καλός, ἡ καλή, τὸ καλόν
-ός, -ά, -όν Κατηγορία:ξηρός • 62 λέξεις 
  • πριν την κατάληξη προηγείται φωνήεν ή ρο
    όπως ξηρός, ἡ ξηρά, τὸ ξηρόν

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική καλός καλή τὸ καλόν
      γενική τοῦ καλοῦ τῆς καλῆς τοῦ καλοῦ
      δοτική τῷ καλ τῇ καλ τῷ καλ
    αιτιατική τὸν καλόν τὴν καλήν τὸ καλόν
     κλητική ! καλέ καλή καλόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ καλοί αἱ καλαί τὰ καλᾰ́
      γενική τῶν καλῶν τῶν καλῶν τῶν καλῶν
      δοτική τοῖς καλοῖς ταῖς καλαῖς τοῖς καλοῖς
    αιτιατική τοὺς καλούς τὰς καλᾱ́ς τὰ καλᾰ́
     κλητική ! καλοί καλαί καλᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ καλώ τὼ καλᾱ́ τὼ καλώ
      γεν-δοτ τοῖν καλοῖν τοῖν καλαῖν τοῖν καλοῖν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ξηρός ξηρᾱ́ τὸ ξηρόν
      γενική τοῦ ξηροῦ τῆς ξηρᾶς τοῦ ξηροῦ
      δοτική τῷ ξηρ τῇ ξηρ τῷ ξηρ
    αιτιατική τὸν ξηρόν τὴν ξηρᾱ́ν τὸ ξηρόν
     κλητική ! ξηρέ ξηρᾱ́ ξηρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ξηροί αἱ ξηραί τὰ ξηρᾰ́
      γενική τῶν ξηρῶν τῶν ξηρῶν τῶν ξηρῶν
      δοτική τοῖς ξηροῖς ταῖς ξηραῖς τοῖς ξηροῖς
    αιτιατική τοὺς ξηρούς τὰς ξηρᾱ́ς τὰ ξηρᾰ́
     κλητική ! ξηροί ξηραί ξηρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ξηρώ τὼ ξηρᾱ́ τὼ ξηρώ
      γεν-δοτ τοῖν ξηροῖν τοῖν ξηραῖν τοῖν ξηροῖν

βοηθόςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'βοηθός'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «ειδοποιός»

τριγενή και δικατάληκτα
οξύτονα

-ός, -ός, -όν Κατηγορία:βοηθός • 39 λέξεις 
όπως βοηθός, ἡ βοηθός, τὸ βοηθόν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / βοηθός τὸ βοηθόν
      γενική τοῦ/τῆς βοηθοῦ τοῦ βοηθοῦ
      δοτική τῷ/τῇ βοηθ τῷ βοηθ
    αιτιατική τὸν/τὴν βοηθόν τὸ βοηθόν
     κλητική ! βοηθέ βοηθόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ βοηθοί τὰ βοηθᾰ́
      γενική τῶν βοηθῶν τῶν βοηθῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς βοηθοῖς τοῖς βοηθοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς βοηθούς τὰ βοηθᾰ́
     κλητική ! βοηθοί βοηθᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βοηθώ τὼ βοηθώ
      γεν-δοτ τοῖν βοηθοῖν τοῖν βοηθοῖν
τύποι μόνο της 2ης κλίσης

κολοβός ἀμαυρόςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'κολοβός'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «ενεργός»

τριγενή και με διπλό τύπο στο θηλυκό. Πιο συνηθισμένη η δικατάληκτη κλίση σε -ός, -ός, -όν
οξύτονα

-ός, -ός/ή, -όν Κατηγορία:κολοβός • 5 λέξεις 
-ός, -ός/ά, -όν Κατηγορία:ἀμαυρός • 1 λέξεις 
γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / κολοβός κολοβή τὸ κολοβόν
      γενική τοῦ/τῆς κολοβοῦ τῆς κολοβῆς τοῦ κολοβοῦ
      δοτική τῷ/τῇ κολοβ τῇ κολοβ τῷ κολοβ
    αιτιατική τὸν/τὴν κολοβόν τὴν κολοβήν τὸ κολοβόν
     κλητική ! κολοβέ κολοβή κολοβόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ κολοβοί αἱ κολοβαί τὰ κολοβᾰ́
      γενική τῶν κολοβῶν τῶν κολοβῶν τῶν κολοβῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς κολοβοῖς ταῖς κολοβαῖς τοῖς κολοβοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς κολοβούς τὰς κολοβᾱ́ς τὰ κολοβᾰ́
     κλητική ! κολοβοί κολοβαί κολοβᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κολοβώ τὼ κολοβᾱ́ τὼ κολοβώ
      γεν-δοτ τοῖν κολοβοῖν τοῖν κολοβαῖν τοῖν κολοβοῖν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, περισσότερο συνηθισμένος.
γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἀμαυρός ἀμαυρᾱ́ τὸ ἀμαυρόν
      γενική τοῦ/τῆς ἀμαυροῦ τῆς ἀμαυρᾶς τοῦ ἀμαυροῦ
      δοτική τῷ/τῇ ἀμαυρ τῇ ἀμαυρ τῷ ἀμαυρ
    αιτιατική τὸν/τὴν ἀμαυρόν τὴν ἀμαυρᾱ́ν τὸ ἀμαυρόν
     κλητική ! ἀμαυρέ ἀμαυρᾱ́ ἀμαυρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἀμαυροί αἱ ἀμαυραί τὰ ἀμαυρᾰ́
      γενική τῶν ἀμαυρῶν τῶν ἀμαυρῶν τῶν ἀμαυρῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς ἀμαυροῖς ταῖς ἀμαυραῖς τοῖς ἀμαυροῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἀμαυρούς τὰς ἀμαυρᾱ́ς τὰ ἀμαυρᾰ́
     κλητική ! ἀμαυροί ἀμαυραί ἀμαυρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀμαυρώ τὼ ἀμαυρᾱ́ τὼ ἀμαυρώ
      γεν-δοτ τοῖν ἀμαυροῖν τοῖν ἀμαυραῖν τοῖν ἀμαυροῖν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, περισσότερο συνηθισμένος.

σπαρτός μοχθηρόςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'σπαρτός'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «ραδιενεργός»


τριγενή και με διπλό τύπο στο θηλυκό. Λιγότερο συνηθισμένη η δικατάληκτη κλίση -ός, -ός, -όν
οξύτονα

-ός, -ή/ός, -όν Κατηγορία:σπαρτός • 7 λέξεις 
-ός, -ά/ός, -όν Κατηγορία:μοχθηρός • 5 λέξεις 
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική σπαρτός σπαρτή
σπαρτός
τὸ σπαρτόν
      γενική τοῦ σπαρτοῦ τῆς σπαρτῆς
σπαρτοῦ
τοῦ σπαρτοῦ
      δοτική τῷ σπαρτ τῇ σπαρτ
σπαρτ
τῷ σπαρτ
    αιτιατική τὸν σπαρτόν τὴν σπαρτήν
σπαρτόν
τὸ σπαρτόν
     κλητική ! σπαρτέ σπαρτή
σπαρτέ
σπαρτόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σπαρτοί αἱ σπαρταί
σπαρτοί
τὰ σπαρτᾰ́
      γενική τῶν σπαρτῶν τῶν σπαρτῶν
σπαρτῶν
τῶν σπαρτῶν
      δοτική τοῖς σπαρτοῖς ταῖς σπαρταῖς
σπαρτοῖς
τοῖς σπαρτοῖς
    αιτιατική τοὺς σπαρτούς τὰς σπαρτᾱ́ς
σπαρτούς
τὰ σπαρτᾰ́
     κλητική ! σπαρτοί σπαρταί
σπαρτοί
σπαρτᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σπαρτώ τὼ σπαρτᾱ́
σπαρτώ
τὼ σπαρτώ
      γεν-δοτ τοῖν σπαρτοῖν τοῖν σπαρταῖν
σπαρτοῖν
τοῖν σπαρτοῖν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος.
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μοχθηρός μοχθηρᾱ́
μοχθηρός
τὸ μοχθηρόν
      γενική τοῦ μοχθηροῦ τῆς μοχθηρᾶς
μοχθηροῦ
τοῦ μοχθηροῦ
      δοτική τῷ μοχθηρ τῇ μοχθηρ
μοχθηρ
τῷ μοχθηρ
    αιτιατική τὸν μοχθηρόν τὴν μοχθηρᾱ́ν
μοχθηρόν
τὸ μοχθηρόν
     κλητική ! μοχθηρέ μοχθηρᾱ́
μοχθηρέ
μοχθηρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μοχθηροί αἱ μοχθηραί
μοχθηροί
τὰ μοχθηρᾰ́
      γενική τῶν μοχθηρῶν τῶν μοχθηρῶν
μοχθηρῶν
τῶν μοχθηρῶν
      δοτική τοῖς μοχθηροῖς ταῖς μοχθηραῖς
μοχθηροῖς
τοῖς μοχθηροῖς
    αιτιατική τοὺς μοχθηρούς τὰς μοχθηρᾱ́ς
μοχθηρούς
τὰ μοχθηρᾰ́
     κλητική ! μοχθηροί μοχθηραί
μοχθηροί
μοχθηρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μοχθηρώ τὼ μοχθηρᾱ́
μοχθηρώ
τὼ μοχθηρώ
      γεν-δοτ τοῖν μοχθηροῖν τοῖν μοχθηραῖν
μοχθηροῖν
τοῖν μοχθηροῖν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, λιγότερο συνηθισμένος.

μέγιστος & λόγιος, στρογγύλος, πρῶτος, ὡραῖοςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'μέγιστος'}}
-ος, -η, -ον ή -ος, -α, -ον

τριγενή και τρικατάληκτα σε -ος, -η, -ον ή -ος, -α, -ον
προπαροξύτονα, παροξύτονα, προπερισπώμενα
Επίσης, στην Κατηγορία -ος-η-ον, όλες οι δευτερόκλιτες μετοχές

'-ος, '-η, '-ον Κατηγορία:μέγιστος • 47 λέξεις 
προπαροξύτονα όπως μέγιστος, ἡ μεγίστη, τὸ μέγιστον
προπερισπώμενα όπως πρῶτος, ἡ πρώτη, τὸ πρῶτον
προπαροξύτονα όπως στρογγύλος, ἡ στρογγύλη, τὸ στρογγύλον
'-ος, '-α, '-ον Κατηγορία:λόγιος • 100 λέξεις 
προπαροξύτονα όπως λόγιος, ἡ λογία, τὸ λόγιον
προπερισπώμενα όπως ὡραῖος, ἡ ὡραία, τὸ ὡραῖον
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική μέγιστος μεγίστη τὸ μέγιστον
      γενική τοῦ μεγίστου τῆς μεγίστης τοῦ μεγίστου
      δοτική τῷ μεγίστ τῇ μεγίστ τῷ μεγίστ
    αιτιατική τὸν μέγιστον τὴν μεγίστην τὸ μέγιστον
     κλητική ! μέγιστε μεγίστη μέγιστον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ μέγιστοι αἱ μέγισται τὰ μέγιστ
      γενική τῶν μεγίστων τῶν μεγίστων τῶν μεγίστων
      δοτική τοῖς μεγίστοις ταῖς μεγίσταις τοῖς μεγίστοις
    αιτιατική τοὺς μεγίστους τὰς μεγίστᾱς τὰ μέγιστ
     κλητική ! μέγιστοι μέγισται μέγιστ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ μεγίστω τὼ μεγίστ τὼ μεγίστω
      γεν-δοτ τοῖν μεγίστοιν τοῖν μεγίσταιν τοῖν μεγίστοιν

και οι προπαροξύτονες μετοχές

  1. Μετοχές όπως 'λυόμενος'
  2. Μετοχές όπως 'λυσόμενος'
  3. Μετοχές όπως 'λυθησόμενος'
  4. Μετοχές όπως 'λελυσόμενος' με παράμετρο |τετελ=1
  5. Μετοχές όπως 'λυσάμενος'

και οι παροξύτονες μετοχές

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική λόγιος λογί τὸ λόγιον
      γενική τοῦ λογίου τῆς λογίᾱς τοῦ λογίου
      δοτική τῷ λογί τῇ λογί τῷ λογί
    αιτιατική τὸν λόγιον τὴν λογίᾱν τὸ λόγιον
     κλητική ! λόγιε λογί λόγιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ λόγιοι αἱ λόγιαι τὰ λόγι
      γενική τῶν λογίων τῶν λογίων τῶν λογίων
      δοτική τοῖς λογίοις ταῖς λογίαις τοῖς λογίοις
    αιτιατική τοὺς λογίους τὰς λογίᾱς τὰ λόγι
     κλητική ! λόγιοι λόγιαι λόγι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ λογίω τὼ λογί τὼ λογίω
      γεν-δοτ τοῖν λογίοιν τοῖν λογίαιν τοῖν λογίοιν

δύσκολος & τοξοβόλος χυδαῖοςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'δύσκολος'}}
※ νέα ελληνικά
#όπως «εμβολοφόρος»
βαρύτονα σε -ος, -ος, -οντριγενή και δικατάληκτα
Κατηγορία:δύσκολος • 294 λέξεις 
προπαροξύτονα
όπως δύσκολος, ἡ δύσκολος, τὸ δύσκολον
όμοια κλίνονται και οι ασυναίρετοι τύποι όπως#εὔνοος
παροξύτονα
όπως τοξοβόλος, ἡ τοξοβόλος, τὸ τοξοβόλον
προπερισπώμενα
όπως χυδαῖος, ἡ χυδαῖος, τὸ χυδαῖον
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / δύσκολος τὸ δύσκολον
      γενική τοῦ/τῆς δυσκόλου τοῦ δυσκόλου
      δοτική τῷ/τῇ δυσκόλ τῷ δυσκόλ
    αιτιατική τὸν/τὴν δύσκολον τὸ δύσκολον
     κλητική ! δύσκολε δύσκολον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δύσκολοι τὰ δύσκολ
      γενική τῶν δυσκόλων τῶν δυσκόλων
      δοτική τοῖς/ταῖς δυσκόλοις τοῖς δυσκόλοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς δυσκόλους τὰ δύσκολ
     κλητική ! δύσκολοι δύσκολ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δυσκόλω τὼ δυσκόλω
      γεν-δοτ τοῖν δυσκόλοιν τοῖν δυσκόλοιν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / τοξοβόλος τὸ τοξοβόλον
      γενική τοῦ/τῆς τοξοβόλου τοῦ τοξοβόλου
      δοτική τῷ/τῇ τοξοβόλ τῷ τοξοβόλ
    αιτιατική τὸν/τὴν τοξοβόλον τὸ τοξοβόλον
     κλητική ! τοξοβόλε τοξοβόλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ τοξοβόλοι τὰ τοξοβόλ
      γενική τῶν τοξοβόλων τῶν τοξοβόλων
      δοτική τοῖς/ταῖς τοξοβόλοις τοῖς τοξοβόλοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς τοξοβόλους τὰ τοξοβόλ
     κλητική ! τοξοβόλοι τοξοβόλ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ τοξοβόλω τὼ τοξοβόλω
      γεν-δοτ τοῖν τοξοβόλοιν τοῖν τοξοβόλοιν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / χυδαῖος τὸ χυδαῖον
      γενική τοῦ/τῆς χυδαίου τοῦ χυδαίου
      δοτική τῷ/τῇ χυδαί τῷ χυδαί
    αιτιατική τὸν/τὴν χυδαῖον τὸ χυδαῖον
     κλητική ! χυδαῖε χυδαῖον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ χυδαῖοι τὰ χυδαῖ
      γενική τῶν χυδαίων τῶν χυδαίων
      δοτική τοῖς/ταῖς χυδαίοις τοῖς χυδαίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς χυδαίους τὰ χυδαῖ
     κλητική ! χυδαῖοι χυδαῖ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ χυδαίω τὼ χυδαίω
      γεν-δοτ τοῖν χυδαίοιν τοῖν χυδαίοιν

φρόνιμος βέβαιοςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'βέβαιος'}}
βαρύτονα δικατάληκτα με κλίση -ος, -ος, -ον με δεύτερο τύπο θηλυκού και λιγότερο συνηθισμένη κλίση είτε σε -ος, -η, -ον είτε σε -ος, -α-, -ον
-ος, -ος, -ον & -η ή -ος, -ος, -ον & -α
Δείτε και τα επίθετα που έχουν πιο συνηθισμένη την τρικατάληκτη κλίση στο #σπαρτός
-ος, -ος/-η, -ον Κατηγορία:φρόνιμος • 6 λέξεις 
προπαροξύτονα όπως φρόνιμος, ἡ φρόνιμος & ἡ φρονίμη, τὸ φρόνιμον
προπερισπώμενα όπως ἑτοῖμος, ἡ ἑτοῖμος & ἡ ἑτοίμη, τὸ ἑτοῖμον
-ος, -ος/-α, -ον Κατηγορία:βέβαιος • 11 λέξεις 
προπαροξύτονα όπως βέβαιος, ἡ βέβαιος & ἡ βεβαία, τὸ βέβαιον
προπερισπώμενα όπως λαθραῖος, ἡ λαθραῖος & ἡ λαθραία, τὸ λαθραῖον
γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / φρόνιμος φρονίμη τὸ φρόνιμον
      γενική τοῦ/τῆς φρονίμου τῆς φρονίμης τοῦ φρονίμου
      δοτική τῷ/τῇ φρονίμ τῇ φρονίμ τῷ φρονίμ
    αιτιατική τὸν/τὴν φρόνιμον τὴν φρονίμην τὸ φρόνιμον
     κλητική ! φρόνιμε φρονίμη φρόνιμον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ φρόνιμοι αἱ φρόνιμαι τὰ φρόνιμ
      γενική τῶν φρονίμων τῶν φρονίμων τῶν φρονίμων
      δοτική τοῖς/ταῖς φρονίμοις ταῖς φρονίμαις τοῖς φρονίμοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς φρονίμους τὰς φρονίμᾱς τὰ φρόνιμ
     κλητική ! φρόνιμοι φρόνιμαι φρόνιμ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ φρονίμω τὼ φρονίμ τὼ φρονίμω
      γεν-δοτ τοῖν φρονίμοιν τοῖν φρονίμαιν τοῖν φρονίμοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος.
γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / βέβαιος βεβαί τὸ βέβαιον
      γενική τοῦ/τῆς βεβαίου τῆς βεβαίᾱς τοῦ βεβαίου
      δοτική τῷ/τῇ βεβαί τῇ βεβαί τῷ βεβαί
    αιτιατική τὸν/τὴν βέβαιον τὴν βεβαίᾱν τὸ βέβαιον
     κλητική ! βέβαιε βεβαί βέβαιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ βέβαιοι αἱ βέβαιαι τὰ βέβαι
      γενική τῶν βεβαίων τῶν βεβαίων τῶν βεβαίων
      δοτική τοῖς/ταῖς βεβαίοις ταῖς βεβαίαις τοῖς βεβαίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς βεβαίους τὰς βεβαίᾱς τὰ βέβαι
     κλητική ! βέβαιοι βέβαιαι βέβαι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βεβαίω τὼ βεβαί τὼ βεβαίω
      γεν-δοτ τοῖν βεβαίοιν τοῖν βεβαίαιν τοῖν βεβαίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος.

ὕπατος δίκαιοςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'δίκαιος'}}
τρικατάληκτα βαρύτονα με επιπλέον τύπο θηλυκού -ος
Δείτε και τα επίθετα που το θηλυκό έχει πιο συνηθισμένη κατάληξη -ος, στο #βέβαιος
-ος, -η/-ος, -ον Κατηγορία:ὕπατος • 13 λέξεις 
προπαροξύτονα όπως ὕπατος, ἡ ὑπάτη (& ἡ ὕπατος), τὸ ὕπατον
προπερισπώμενα όπως φαῦλος, ἡ φαύλη & ἡ φαῦλος, τὸ φαῦλον
παροξύτονα όπως ξένος, ἡ ξένη (& ἡ ξένος), τὸ ξένον
-ος, -α/-ος, -ον Κατηγορία:δίκαιος • 25 λέξεις 
προπαροξύτονα όπως δίκαιος, ἡ δικαία (& ἡ δίκαιος), τὸ δίκαιον
προπερισπώμενα όπως γυναικεῖος, ἡ γυναικεία (& ἡ γυναικεῖος), τὸ γυναικεῖον
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὕπατος ὑπάτη
ὕπατος
τὸ ὕπατον
      γενική τοῦ ὑπάτου τῆς ὑπάτης
ὑπάτου
τοῦ ὑπάτου
      δοτική τῷ ὑπάτ τῇ ὑπάτ
ὑπάτ
τῷ ὑπάτ
    αιτιατική τὸν ὕπατον τὴν ὑπάτην
ὕπατον
τὸ ὕπατον
     κλητική ! ὕπατε ὑπάτη
ὕπατε
ὕπατον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ὕπατοι αἱ ὕπαται
ὕπατοι
τὰ ὕπατ
      γενική τῶν ὑπάτων τῶν ὑπάτων
ὑπάτων
τῶν ὑπάτων
      δοτική τοῖς ὑπάτοις ταῖς ὑπάταις
ὑπάτοις
τοῖς ὑπάτοις
    αιτιατική τοὺς ὑπάτους τὰς ὑπάτᾱς
ὑπάτους
τὰ ὕπατ
     κλητική ! ὕπατοι ὕπαται
ὕπατοι
ὕπατ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὑπάτω τὼ ὑπάτ
ὑπάτω
τὼ ὑπάτω
      γεν-δοτ τοῖν ὑπάτοιν τοῖν ὑπάταιν
ὑπάτοιν
τοῖν ὑπάτοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική δίκαιος δικαί
δίκαιος
τὸ δίκαιον
      γενική τοῦ δικαίου τῆς δικαίᾱς
δικαίου
τοῦ δικαίου
      δοτική τῷ δικαί τῇ δικαί
δικαί
τῷ δικαί
    αιτιατική τὸν δίκαιον τὴν δικαίᾱν
δίκαιον
τὸ δίκαιον
     κλητική ! δίκαιε δικαί
δίκαιε
δίκαιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ δίκαιοι αἱ δίκαιαι
δίκαιοι
τὰ δίκαι
      γενική τῶν δικαίων τῶν δικαίων
δικαίων
τῶν δικαίων
      δοτική τοῖς δικαίοις ταῖς δικαίαις
δικαίοις
τοῖς δικαίοις
    αιτιατική τοὺς δικαίους τὰς δικαίᾱς
δικαίους
τὰ δίκαι
     κλητική ! δίκαιοι δίκαιαι
δίκαιοι
δίκαι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δικαίω τὼ δικαί
δικαίω
τὼ δικαίω
      γεν-δοτ τοῖν δικαίοιν τοῖν δικαίαιν
δικαίοιν
τοῖν δικαίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, λιγότερο συνηθισμένος.

ἐγκύκλιοςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες {{grc-κλίση-'εγκύκλιος'}}
προπαροξύτονα -ος, -ος, -ον με επιπλέον λιγότερο συνηθισμένους τύπους θηλυκού και σε -α και σε -η.
Τα έχει όλα!
-ος, -ος/α/η, -ον Κατηγορία:ἐγκύκλιος • 2 λέξεις 
όπως ἐγκύκλιος, ἡ ἐγκύκλιος (& ἡ ἐγκυκλία & ἡ ἐγκυκλίη), τὸ ἐγκύκλιον
γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἐγκύκλιος ἐγκυκλί
ἐγκυκλίη
τὸ ἐγκύκλιον
      γενική τοῦ/τῆς ἐγκυκλίου τῆς ἐγκυκλίᾱς
ἐγκυκλίης
τοῦ ἐγκυκλίου
      δοτική τῷ/τῇ ἐγκυκλί τῇ ἐγκυκλί
ἐγκυκλί
τῷ ἐγκυκλί
    αιτιατική τὸν/τὴν ἐγκύκλιον τὴν ἐγκυκλίᾱν
ἐγκυκλίην
τὸ ἐγκύκλιον
     κλητική ! ἐγκύκλιε ἐγκυκλί
ἐγκυκλίη
ἐγκύκλιον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἐγκύκλιοι αἱ ἐγκύκλιαι τὰ ἐγκύκλι
      γενική τῶν ἐγκυκλίων τῶν ἐγκυκλίων τῶν ἐγκυκλίων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἐγκυκλίοις ταῖς ἐγκυκλίαις τοῖς ἐγκυκλίοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἐγκυκλίους τὰς ἐγκυκλίᾱς τὰ ἐγκύκλι
     κλητική ! ἐγκύκλιοι ἐγκύκλιαι ἐγκύκλι
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐγκυκλίω τὼ ἐγκυκλί τὼ ἐγκυκλίω
      γεν-δοτ τοῖν ἐγκυκλίοιν τοῖν ἐγκυκλίαιν τοῖν ἐγκυκλίοιν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ος, περισσότερο συνηθισμένος.
Σπάνιοι οι επιπλέον τύποι του θηλυκού σε -η

ΣυνηρημέναΕπεξεργασία

Παρατηρήσεις:

  • Οι κλητικές πτώσεις και ο δυϊκός αριθμός, είναι πολύ σπάνια στα συνηρημένα επίθετα.
  • Οι «κατ' αναλογίαν συναιρέσεις» (#Σταματάκος.§47) και οι «αντικανονικοί τονισμοί» είναι συχνοί. Το αποτέλεσμα της συναίρεσης επηρεαζόταν από άλλα ασυναίρετα επίθετα ή από άλλες λέξεις.

χρύσεος χρυσοῦς σιδήρεος σιδηροῦςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες {{grc-κλίση-'χρυσούς'}}
ασυναίρετα σε -εος-έα-εον που συναιρούνται σε -οῦς-ῆ-οῦν ή -οῦς-ᾶ-οῦν
Ομάδα:χρύσεος χρυσοῦς • 4 λέξεις 
-εος-έα-εον Κατηγορία:χρύσεος • 2 λέξεις 
όπως χρύσεος, ἡ χρυσέα, τὸ χρύσεον

Ίδια κλίση και το σιδήρεος
Και ιωνική κλίση με -εος-έη-έον: δείτε το λήμμα χρύσεος

-οῦς-ῆ-οῦν Κατηγορία:χρυσοῦς • 1 λέξεις 
όπως χρυσοῦς, ἡ χρυσῆ, τὸ χρυσοῦν

Έτσι κλίνονται και τα πολλαπλασιαστικὰ αριθμητικὰ
#ἁπλοῦς < ἁπλόος

-οῦς-ᾶ-οῦν Κατηγορία:σιδηροῦς • 1 λέξεις 
θηλυκό σε -ᾶ, όταν πριν από την κατάληξη υπάρχει ρ ή ε
όπως σιδηροῦς, ἡ σιδηρᾶ, τὸ σιδηροῦν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική χρύσεος   > χρυσοῦς χρυσέ   > χρυσ τὸ χρύσεον   > χρυσοῦν
      γενική τοῦ χρυσέου   > χρυσοῦ τῆς χρυσέᾱς > χρυσῆς τοῦ χρυσέου   > χρυσοῦ
      δοτική τῷ χρυσέ    > χρυσ τῇ χρυσέ   > χρυσ τῷ χρυσέ    > χρυσ
    αιτιατική τὸν χρύσεον   > χρυσοῦν τὴν χρυσέᾱν > χρυσῆν τὸ χρύσεον   > χρυσοῦν
     κλητική ! χρύσεε   > χρυσοῦς χρυσέ   > χρυσ χρύσεον   > χρυσοῦν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ χρύσεοι   > χρυσοῖ αἱ χρύσεαι   > χρυσαῖ τὰ χρύσε   > χρυσ
      γενική τῶν χρυσέων > χρυσῶν τῶν χρυσέων > χρυσῶν τῶν χρυσέων > χρυσῶν
      δοτική τοῖς χρυσέοις > χρυσοῖς ταῖς χρυσέαις > χρυσαῖς τοῖς χρυσέοις > χρυσοῖς
    αιτιατική τοὺς χρυσέους > χρυσοῦς τὰς χρυσέᾱς > χρυσᾶς τὰ χρύσε   > χρυσ
     κλητική ! χρύσεοι   > χρυσοῖ χρύσεαι   > χρυσαῖ χρύσε   > χρυσ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ χρυσέω   > χρυσώ τὼ χρυσέ   > χρυσ τὼ χρυσέω   > χρυσώ
      γεν-δοτ τοῖν χρυσέοιν > χρυσοῖν τοῖν χρυσέαιν > χρυσαῖν τοῖν χρυσέοιν > χρυσοῖν
Οι σπάνιες κλητικές πτώσεις, ίδιες με τις ονομαστικές.
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική σιδηροῦς σιδηρ τὸ σιδηροῦν
      γενική τοῦ σιδηροῦ τῆς σιδηρᾶς τοῦ σιδηροῦ
      δοτική τῷ σιδηρ τῇ σιδηρ τῷ σιδηρ
    αιτιατική τὸν σιδηροῦν τὴν σιδηρᾶν τὸ σιδηροῦν
     κλητική ! σιδηροῦς σιδηρ σιδηροῦν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σιδηροῖ αἱ σιδηραῖ τὰ σιδηρ
      γενική τῶν σιδηρῶν τῶν σιδηρῶν τῶν σιδηρῶν
      δοτική τοῖς σιδηροῖς ταῖς σιδηραῖς τοῖς σιδηροῖς
    αιτιατική τοὺς σιδηροῦς τὰς σιδηρᾶς τὰ σιδηρ
     κλητική ! σιδηροῖ σιδηραῖ σιδηρ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σιδηρώ τὼ σιδηρ τὼ σιδηρώ
      γεν-δοτ τοῖν σιδηροῖν τοῖν σιδηραῖν τοῖν σιδηροῖν
Οι σπάνιες κλητικές πτώσεις, ίδιες με τις ονομαστικές.

ΠΗΓΕΣ:

  • #Smyth, §290
  • #Σταματάκος (για τα συνηρημένα) §47.2. «Η ενικ. Ονομ. των θηλυκών λήγει σε -ᾶ, όταν προηγείται ρ ή ε· άλλως λήγει σε -ῆ: ἀργυρᾶ, προφυρᾶ· αλλά χρυσῆ, ἁπλῆ» .. §47.3. «Αι κλητικαί είναι πάντοτε αι αυταί προς τας Ονομαστικάς» [ΣτΕ: πολλές γραμματικές τις παραλείπουν τελείως]
    [Σχολιάζει τις αντικανονικές συναιρέσεις, επηρεασμένες από τα ασυναίρετα επίθετα, τους αντικανονικούς τονισμούς]

ἁπλόος ἁπλοῦςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες {{grc-κλίση-'απλούς'}}
ασυναίρετα σε -όος-έα-όον που συναιρούνται σε -οῦς-ῆ-οῦν κατά το χρυοῦς
Ομάδα:ἁπλόος ἁπλοῦς • 2 λέξεις 
-όος-έα-όον Κατηγορία:ἁπλόος • 1 λέξεις 
όπως ἁπλόος, ἡ ἁπλέα, τὸ ἁπλόον
-οῦς-ῆ-οῦν Κατηγορία:χρυσοῦς • 1 λέξεις 
Το ἁπλοῦς και τα συνηρημένα πολλαπλασιαστικά αριθμητικά κλίνονται κατά το #χρυσοῦς
όπως ἁπλοῦς, ἡ ἁπλῆ, τὸ ἁπλοῦν
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἁπλόος   > ἁπλοῦς ἁπλέ   > ἁπλ τὸ ἁπλόον   > ἁπλοῦν
      γενική τοῦ ἁπλόου   > ἁπλοῦ τῆς ἁπλέᾱς > ἁπλῆς τοῦ ἁπλόου   > ἁπλοῦ
      δοτική τῷ ἁπλό    > ἁπλ τῇ ἁπλέ   > ἁπλ τῷ ἁπλό    > ἁπλ
    αιτιατική τὸν ἁπλόον   > ἁπλοῦν τὴν ἁπλέᾱν > ἁπλῆν τὸ ἁπλόον   > ἁπλοῦν
     κλητική ! ἁπλόε   > ἁπλοῦς ἁπλέ   > ἁπλ ἁπλόον   > ἁπλοῦν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἁπλόοι   > ἁπλοῖ αἱ ἁπλέαι   > ἁπλαῖ τὰ ἁπλό   > ἁπλ
      γενική τῶν ἁπλόων > ἁπλῶν τῶν ἁπλέων > ἁπλῶν τῶν ἁπλόων > ἁπλῶν
      δοτική τοῖς ἁπλόοις > ἁπλοῖς ταῖς ἁπλέαις > ἁπλαῖς τοῖς ἁπλόοις > ἁπλοῖς
    αιτιατική τοὺς ἁπλόους > ἁπλοῦς τὰς ἁπλέᾱς > ἁπλᾶς τὰ ἁπλό   > ἁπλ
     κλητική ! ἁπλόοι   > ἁπλοῖ ἁπλέαι   > ἁπλαῖ ἁπλό   > ἁπλ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἁπλόω   > ἁπλώ τὼ ἁπλέ   > ἁπλ τὼ ἁπλόω   > ἁπλώ
      γεν-δοτ τοῖν ἁπλόοιν > ἁπλοῖν τοῖν ἁπλέαιν > ἁπλαῖν τοῖν ἁπλόοιν > ἁπλοῖν
Οι κλητικές πτώσεις, σπάνιες.
Το συνηρημένο σε -πλοῦς κλίνεται κατά το χρυσοῦς. Οι συνηρημένες κλητικές πτώσεις, ίδιες με τις ονομαστικές.

ΠΗΓΕΣ:

εὔνοος εὔνουςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες {{grc-κλίση-'εύνους'}}
ασυναίρετα δικατάληκτα σε -οος-οος-οον που συναιρούνται σε -ους-ους-ουν
Ομάδα:εὔνοος εὔνους • 25 λέξεις 

Για λέξεις με δεύτερο συνθετικό όπως

νοῦς -νοος/-νους
πλοῦς -πλοος/-πλους
ῥοῦς -ροος/-ρους
χρόος -χροος/-χρους
-οος-οος-οον Κατηγορία:εὔνοος • 9 λέξεις 
όπως εὔνοος, ἡ εὔνοος, τὸ εὔνοον
η κλίση, όπως στο #δύσκολος
-ους-ους-ουν Κατηγορία:εὔνους • 16 λέξεις 
όπως εὔνους, ἡ εὔνους, τὸ εὔνουν
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / εὔνοος   > εὔνους τὸ εὔνοον   > εὔνουν
      γενική τοῦ/τῆς εὐνόου   > εὔνου τοῦ εὐνόου   > εὔνου
      δοτική τῷ/τῇ εὐνό    > εὔν τῷ εὐνό    > εὔν
    αιτιατική τὸν/τὴν εὔνοον   > εὔνουν τὸ εὔνοον   > εὔνουν
     κλητική ! εὔνοε     > εὔνους εὔνοον   > εὔνουν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ εὔνοοι   > εὖνοι τὰ εὔνο   > εὔνο
      γενική τῶν εὐνόων > εὔνων τῶν εὐνόων > εὔνων
      δοτική τοῖς/ταῖς εὐνόοις > εὔνοις τοῖς εὐνόοις > εὔνοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς εὐνόους > εὔνους τὰ εὔνο   > εὔνο
     κλητική ! εὔνοοι   > εὔνοι εὔνο   > εὔνο
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ εὐνόω   > εὔνω τὼ εὐνόω   > εὔνω
      γεν-δοτ τοῖν εὐνόοιν > εὔνοιν τοῖν εὐνόοιν > εὔνοιν
Οι κλητικές πτώσεις, σπάνιες. Οι συνηρημένες κλητικές, ίδιες με τις ονομαστικές.

ΑττικόκλιταΕπεξεργασία

ἵλεως πλέωςΕπεξεργασία

για τους συντάκτες {{grc-κλίση-'ίλεως'}} {{grc-κλίση-'πλέως'}}
-ως-ως-ων αττικόκλιτα δικατάληκτα
Κατηγορία:ἵλεως • 3 λέξεις 
όπως ἵλεως, ἡ ἵλεως, τὸ ἵλεων
ουδέτερο πληθυντικός: τὰ ἵλεα
-ως-α-ων αρσενικό & ουδέτερο αττικόκλιτα, θηλυκό πρωτόκλιτο Κατηγορία:πλέως • 1 λέξεις 
όπως πλέως, ἡ πλέα, τὸ πλέων
ουδέτερο πληθυντικός: τὰ πλέα
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / ἵλεως τὸ ἵλεων
      γενική τοῦ/τῆς ἵλεω τοῦ ἵλεω
      δοτική τῷ/τῇ ἵλε τῷ ἵλε
    αιτιατική τὸν/τὴν ἵλεων τὸ ἵλεων
     κλητική ! ἵλεως ἵλεων
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ ἵλε τὰ ἵλεα
      γενική τῶν ἵλεων τῶν ἵλεων
      δοτική τοῖς/ταῖς ἵλεῳς τοῖς ἵλεῳς
    αιτιατική τοὺς/τὰς ἵλεως τὰ ἵλεα
     κλητική ! ἵλε ἵλεα
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἵλεω τὼ ἵλεω
      γεν-δοτ τοῖν ἵλεῳν τοῖν ἵλεῳν
αρσενικό & ουδέτερο 2η κλίση αττικόκλιτα - θηλυκό κατά την 1η κλίση
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική πλέως πλέ τὸ πλέων
      γενική τοῦ πλέω τῆς πλέᾱς τοῦ πλέω
      δοτική τῷ πλέ τῇ πλέ τῷ πλέ
    αιτιατική τὸν πλέων τὴν πλέᾱν τὸ πλέων
     κλητική ! πλέως πλέ πλέων
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ πλέ αἱ πλέαι τὰ πλέ
      γενική τῶν πλέων τῶν πλεῶν τῶν πλέων
      δοτική τοῖς πλέῳς ταῖς πλέαις τοῖς πλέῳς
    αιτιατική τοὺς πλέως τὰς πλέᾱς τὰ πλέ
     κλητική ! πλέ πλέαι πλέ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ πλέω τὼ πλέ τὼ πλέω
      γεν-δοτ τοῖν πλέῳν τοῖν πλέαιν τοῖν πλέῳν

ἀγήρως πολύχρωςΕπεξεργασία

ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ


για τους συντάκτες ?
-ως-ως-ων από -αος αττικόκλιτα δικατάληκτα
Κατηγορία:ἀγήρως • 0 λέξεις 
από ἀγήραος: όπως ἀγήρως, ἡ ἀγήρως, τὸ ἀγήρων
ουδέτερο πληθυντικός: τὰ ?
-ως-ως-ων από -oοςαττικόκλιτα δικατάληκτα
Κατηγορία:πολύχρως • 0 λέξεις 
από πολύχροος: όπως πολύχρως, ἡ πολύχρως, τὸ πολύχρων
ουδέτερο πληθυντικός: τὰ ?
? ?