Δείτε επίσης: ξυρός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ξηρός ξηρή ξηρό
γενική ξηρού ξηρής ξηρού
αιτιατική ξηρό ξηρή ξηρό
κλητική ξηρέ ξηρή ξηρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ξηροί ξηρές ξηρά
γενική ξηρών ξηρών ξηρών
αιτιατική ξηρούς ξηρές ξηρά
κλητική ξηροί ξηρές ξηρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξηρός < αρχαία ελληνική ξηρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξηρός -ή/ά -ό (το θηλυκό επίσης ονομ. ξηρά, γεν. ξηράς, αιτ. ξηρά)

  • ο ξερός, κυρίως για επιστημονικούς όρους ή καθιερωμένες εκφράσεις
  • Ο κτηνίατρος μου συνέστησε για το σκύλο ξηρά τροφή, αλλά αυτός προτιμάει το πιάτο μου
  • έπνεε ξηρός άνεμος - έχει πολύ ξηρή ατμόσφαιρα
  • ξηρός λευκός οίνος
  • ξηρός πάγος
  • κατά την παραγωγή ξηρού αερίου (dry gas)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  • "ξηρά οδός" στη χημεία
  • "ξηρά ομίχλη" στη μετεωρολογία
  • "ξηρά στοιχεία" στην ηλεκτροχημεία
  • "ξηρά απόσταξη"
  • "ξηρόν κλάσμα" στη βυζαντινή γραφή της μουσικής
  • ξηροί καρποί

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ξηρός ξηρά ξηρόν ξηροί ξηραί ξηρά
Γενική ξηροῦ ξηρᾶς ξηροῦ ξηρῶν ξηρῶν ξηρῶν
Δοτική ξηρῷ ξηρᾷ ξηρῷ ξηροῖς ξηραῖς ξηροῖς
Αιτιατική ξηρόν ξηράν ξηρόν ξηρούς ξηράς ξηρά
Κλητική ξηρέ ξηρά ξηρόν ξηροί ξηραί ξηρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ξηρώ ξηρά
Γενική-Δοτική ξηροῖν ξηραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξηρός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kseros

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ξηρός, -ά, -όν (και ιωνικός τύπος ξερός)

  1. ξηρός, ξερός
    • χειμάρρους ξηροὺς ὕδατος
    • μέτρα ξηρά τε καὶ ὑγρά (μέτρα και σταθμά)
  2. ισχνός, αδύνατος, ξερακιανός
  3. στεγνός
    • πραγματεία ἀτερπὴς καὶ ξηρά
  4. τραχύς, σκληρός αυστηρός, εγκρατής, που κάνει νηστεία
  5. το ουδέτερο και το θηλυκό ως ουσιαστικά, η ξηρά, η γη
    • ναῦς ἐπὶ τοῦ ξηροῦ ποιεῖν
  6. το θηλυκό ως ουσιαστικό και για ένα χώρο του λουτρού, χωρίς νερό, αλλά με ζέστη, σαν το χαμάμ

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία