Δείτε επίσης: ἀδύνατος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδύνατος η αδύνατη το αδύνατο
      γενική του αδύνατου της αδύνατης του αδύνατου
    αιτιατική τον αδύνατο την αδύνατη το αδύνατο
     κλητική αδύνατε αδύνατη αδύνατο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδύνατοι οι αδύνατες τα αδύνατα
      γενική των αδύνατων των αδύνατων των αδύνατων
    αιτιατική τους αδύνατους τις αδύνατες τα αδύνατα
     κλητική αδύνατοι αδύνατες αδύνατα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδύνατος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀδύνατος < ἀ- στερητικό + δυνατός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδύνατος, -η, -ο(ν)

  1. που δεν μπορεί να γίνει, να συμβεί, να επιτευχθεί
     συνώνυμα: απραγματοποίητος
     αντώνυμα: δυνατός
  2. ο λεπτός
     αντώνυμα: παχύς
  3. που δεν έχει μεγάλη δύναμη ή δεν είναι ανθεκτικός ή έχει μεγάλη ικανότητα σε κάτι
     αντώνυμα: δυνατός
  4. που δεν έχει μεγάλη οικονομική δυνατότητα
    • (ουσιαστικοποιημένο, με κατεβασμένο τόνο στη γενική ενικού-πληθυντικού και στην αιτιατική πληθυντικού)
      η κυβέρνηση δεν πρέπει να παρεμβαίνει στις φυσικές διεργασίες της εξέλιξης στην κοινωνία χρηματοδοτώντας και προστατεύοντας τους φτωχούς και αδυνάτους (από το άρθρο της Βικιπαίδειας Κοινωνικός_Δαρβινισμός)
  5. (γραμματική) που δεν τονίζεται, αλλά συνεκφέρεται με άλλη λέξη
    οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας
     αντώνυμα: δυνατός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια