Δείτε επίσης: Σκληρός, σκλῆρος, σκληρῶς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκληρός η σκληρή το σκληρό
      γενική του σκληρού της σκληρής του σκληρού
    αιτιατική τον σκληρό τη σκληρή το σκληρό
     κλητική σκληρέ σκληρή σκληρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκληροί οι σκληρές τα σκληρά
      γενική των σκληρών των σκληρών των σκληρών
    αιτιατική τους σκληρούς τις σκληρές τα σκληρά
     κλητική σκληροί σκληρές σκληρά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκληρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σκληρός [1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /skliˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκλη‐ρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκληρός, -ή, -ό

  1. συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
     αντώνυμα: μαλακός
  2. (μεταφορικά) που φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη
     συνώνυμα: άκαμπτος, άκαρδος, άσπλαχνος, άτεγκτος, αυστηρός
  3. (μεταφορικά) που αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες
     συνώνυμα: σκληραγωγημένος
  4. (μεταφορικά) ανυποχώρητος
  5. (μεταφορικά) κουραστικός, επαχθής
  6. (μεταφορικά) επιβλαβής, δυσάρεστος
  7. (μεταφορικά) που περιέχει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ
    ※  Γέμιζα τις τσέπες μου με ξηρούς καρπούς, το ποτήρι μου με βερμούτ -το σκληρότερο ποτό στον μπουφέ- και καθόμουν παράμερα. (Πέτρος Τατσόπουλος Το αγόρι της πρωινής συγγνώμης [διήγημα])

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική σκληρός σκληρᾱ́ τὸ σκληρόν
      γενική τοῦ σκληροῦ τῆς σκληρᾶς τοῦ σκληροῦ
      δοτική τῷ σκληρ τῇ σκληρ τῷ σκληρ
    αιτιατική τὸν σκληρόν τὴν σκληρᾱ́ν τὸ σκληρόν
     κλητική ! σκληρέ σκληρᾱ́ σκληρόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ σκληροί αἱ σκληραί τὰ σκληρᾰ́
      γενική τῶν σκληρῶν τῶν σκληρῶν τῶν σκληρῶν
      δοτική τοῖς σκληροῖς ταῖς σκληραῖς τοῖς σκληροῖς
    αιτιατική τοὺς σκληρούς τὰς σκληρᾱ́ς τὰ σκληρᾰ́
     κλητική ! σκληροί σκληραί σκληρᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ σκληρώ τὼ σκληρᾱ́ τὼ σκληρώ
      γεν-δοτ τοῖν σκληροῖν τοῖν σκληραῖν τοῖν σκληροῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκληρός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκληρός, -ά, -όν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία