Δείτε επίσης: Σκληρός, σκλῆρος, σκληρώς, σκληρῶς

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σκληρός η σκληρή το σκληρό
      γενική του σκληρού της σκληρής του σκληρού
    αιτιατική τον σκληρό τη σκληρή το σκληρό
     κλητική σκληρέ σκληρή σκληρό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σκληροί οι σκληρές τα σκληρά
      γενική των σκληρών των σκληρών των σκληρών
    αιτιατική τους σκληρούς τις σκληρές τα σκληρά
     κλητική σκληροί σκληρές σκληρά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκληρός < αρχαία ελληνική σκληρός < σκέλλω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /skliˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σκλη‐ρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκληρός, -ή, -ό

  1. συμπαγής ως προς την κατασκευή ή σύστασή του, που κάμπτεται με δυσκολία
     αντώνυμα: μαλακός
  2. (μεταφορικά) που φέρεται άσπλαχνα, χωρίς αγάπη, συμπόνια, επιείκεια ή καλοσύνη
     συνώνυμα: άκαμπτος, άκαρδος, άσπλαχνος, άτεγκτος, αυστηρός
  3. (μεταφορικά) που αντέχει σε κακουχίες και αντιξοότητες
  4. (μεταφορικά) ανυποχώρητος
  5. (μεταφορικά) κουραστικός, επαχθής
  6. (μεταφορικά) επιβλαβής, δυσάρεστος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική σκληρός σκληρά σκληρόν σκληροί σκληραί σκληρά
Γενική σκληροῦ σκληρᾶς σκληροῦ σκληρῶν σκληρῶν σκληρῶν
Δοτική σκληρῷ σκληρᾷ σκληρῷ σκληροῖς σκληραῖς σκληροῖς
Αιτιατική σκληρόν σκληράν σκληρόν σκληρούς σκληράς σκληρά
Κλητική σκληρέ σκληρά σκληρόν σκληροί σκληραί σκληρά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σκληρώ σκληρά
Γενική-Δοτική σκληροῖν σκληραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκληρός < σκέλλω + -ηρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκληρός, -ά (& -ή), -όν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία