Δείτε επίσης: ἰδίωμα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιδίωμα τα ιδιώματα
      γενική του ιδιώματος των ιδιωμάτων
    αιτιατική το ιδίωμα τα ιδιώματα
     κλητική ιδίωμα ιδιώματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδίωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰδίωμα (ιδιαίτερο χαρακτηριστικό)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈði.o.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ι‐δί‐ω‐μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδίωμα ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία) γλωσσική ποικιλία μιας διαλέκτου ή μιας γλώσσας που χαρακτηρίζει έναν τόπο ή μια κοινωνική ομάδα
    στο τοπικό ιδίωμα της Καλαμάτας είναι πολύ συνηθισμένη η προσφώνηση "Μάνα μου"
    → δείτε και τη λέξη ιδιωτισμός
  2. ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης συγγραφέα
    → δείτε τη λέξη στιλ
  3. (προφορικό) συνήθεια
    έχει το ιδίωμα να τρίβει τα χέρια του πριν μιλήσει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία