Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιδιωματισμός οι ιδιωματισμοί
      γενική του ιδιωματισμού των ιδιωματισμών
    αιτιατική τον ιδιωματισμό τους ιδιωματισμούς
     κλητική ιδιωματισμέ ιδιωματισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιωματισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδιωματισμός αρσενικό

  1. (γλωσσολογία) λέξη ή φράση ή άλλο γλωσσικό στοιχείο που απαντά σε ένα τοπικό ή κοινωνικό ιδίωμα ή διάλεκτο και όχι στην κοινή γλώσσα
  2. παγιωμένη έκφραση με ιδιαίτερο νόημα που δεν προκύπτει από το νόημα των επιμέρους λέξεων που την αποτελούν
     συνώνυμα: ιδιωτισμός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία