Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ιδιωματικός ιδιωματική ιδιωματικό
γενική ιδιωματικού ιδιωματικής ιδιωματικού
αιτιατική ιδιωματικό ιδιωματική ιδιωματικό
κλητική ιδιωματικέ ιδιωματική ιδιωματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιδιωματικοί ιδιωματικές ιδιωματικά
γενική ιδιωματικών ιδιωματικών ιδιωματικών
αιτιατική ιδιωματικούς ιδιωματικές ιδιωματικά
κλητική ιδιωματικοί ιδιωματικές ιδιωματικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιωματικός < (ιδίωμα) ιδιώματ- + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιδιωματικός, -ή, -ό

  1. (γλωσσολογία) που αναφέρεται σε ένα γλωσσικό ιδίωμα ή διάλεκτο, σε έναν ιδιωματισμό με σημασία που διαφέρει από την κοινή


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία