Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάλεκτος οι διάλεκτοι (διάλεκτες)
      γενική της διαλέκτου των διαλέκτων
    αιτιατική τη διάλεκτο τις διαλέκτους (διάλεκτες)
     κλητική διάλεκτε (διάλεκτο) διάλεκτοι (διάλεκτες)
Κατηγορία όπως «διάμετρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάλεκτος (αρχαία σημασία: κοινή γλώσσα)[1] < διαλέγομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈði̯a.le.ktos/ και /ˈðʝa.le.ktos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: διά‐λε‐κτος
παλιότερος συλλαβισμός: δι‐ά‐λε‐κτος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάλεκτος θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

θέμα διαλεκ-

→ και δείτε τις λέξεις διάλεξη και διαλέγομαι

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διάλεκτος αἱ διάλεκτοι
      γενική τῆς διαλέκτου τῶν διαλέκτων
      δοτική τῇ διαλέκτ ταῖς διαλέκτοις
    αιτιατική τὴν διάλεκτον τὰς διαλέκτους
     κλητική ! διάλεκτε διάλεκτοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διαλέκτω
γεν-δοτ τοῖν  διαλέκτοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμινος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάλεκτος < διαλέγομαι (συνομιλώ), ρήμα μέσης φωνής, θέμα διαλεκ- [1] του διαλέγω (συλλέγω) + -τος → δείτε τη λέξη λέγω στη σημασία λέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάλεκτος θηλυκό

  1. συζήτηση, συνομιλία
  2. επιχειρηματολογία
  3. (γλωσσολογία) η κοινή γλώσσα μιας χώρας
  4. (ελληνιστική κοινή σημ, γλωσσολογία)
    1. διάλεκτος, ιδίωμα
    2. ιδιαίτερος τρόπος προφοράς

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

θέμα διαλεκ- του διαλέγομαι

→ δείτε και τη λέξη λέγω στη σημασία: λέω

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία