Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάλεκτος οι διάλεκτοι
      γενική της διαλέκτου των διαλέκτων
    αιτιατική τη διάλεκτο τις διαλέκτους
     κλητική διάλεκτε
(διάλεκτο)
διάλεκτοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάλεκτος < (λόγιο) ελληνιστική κοινή διάλεκτος (κοινή γλώσσα)[1] < διαλέγομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάλεκτος θηλυκό

  • γλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή ομιλουμένη

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία