Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάλεκτος διάλεκτοι (διάλεκτες)
γενική διαλέκτου διαλέκτων
αιτιατική διάλεκτο διαλέκτους (διάλεκτες)
κλητική (διάλεκτο) διάλεκτοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διάλεκτος < ελληνιστική κοινή διάλεκτος < διαλέγομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διάλεκτος θηλυκό

  1. γλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή ομιλουμένη

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία