Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαλεκτικός η διαλεκτική το διαλεκτικό
      γενική του διαλεκτικού της διαλεκτικής του διαλεκτικού
    αιτιατική τον διαλεκτικό τη διαλεκτική το διαλεκτικό
     κλητική διαλεκτικέ διαλεκτική διαλεκτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαλεκτικοί οι διαλεκτικές τα διαλεκτικά
      γενική των διαλεκτικών των διαλεκτικών των διαλεκτικών
    αιτιατική τους διαλεκτικούς τις διαλεκτικές τα διαλεκτικά
     κλητική διαλεκτικοί διαλεκτικές διαλεκτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. διαλεκτικός < αρχαία ελληνική διαλεκτικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dialectique)
  2. διαλεκτικός < διάλεκτος + -ικός
  3. διαλεκτικός < δια- + λεκτικός (< λέξη) + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðia.lɛ.kti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ðia.lɛ.kti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ðia.lɛ.kti.ˈkɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαλεκτικός, -ή, -ό

  1. (φιλοσοφία) που σχετίζεται με τη διαλεκτική ή έχει τα χαρακτηριστικά της
    • ενεργητικά: που χρησιμοποιεί την διαλεκτική ως αναλυτικό στοχαστικό εργαλείο
  2. (γλωσσολογία) που σχετίζεται με τη διάλεκτο ή την τοπολαλιά
  3. (σπάνιο) που βρίσκεται ανάμεσα σε λέξεις (κενό, στίξη, ζωγραφιά, κόσμημα κτλ.)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία