Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διά < αρχαία ελληνική διά < *δισ-α < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dwis-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ˈa/ και /ˈðʝa/

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

διά

δηλώνει:
  1. διέλευση
    θα ταξιδέψομε διά ξηράς
  2. χρονική διάρκεια
    η διά βίου εκπαίδευση
  3. όργανο, μέσο, τρόπο
    διά της διπλωματικής οδού
  4. αναφορά
    συνώνυμα: για
    κατάλληλο δι᾿ ανηλίκους
  5. αιτία
    συνώνυμα: για
    θα μας πεις το "διά ταύτα" της συνάντησής μας;
  6. (μαθηματικά) διαίρεση
    οκτώ διά τέσσερα ίσον δύο

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Για λόγους ευφωνίας ο τύπος δι᾿ χρησιμοποιείται πριν από φωνήεν
  • Η λέξη αυτή σύμφωνα με τη σχολική γραμματική γράφεται χωρίς τόνο και θεωρείται μονοσύλλαβη. Σε άλλα λεξικά θεωρείται δισύλλαβη και γράφεται με τόνο.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία