Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαίρεση διαιρέσεις
γενική διαίρεσης
& διαιρέσεως
διαιρέσεων
αιτιατική διαίρεση διαιρέσεις
κλητική διαίρεση διαιρέσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαίρεση < αρχαία ελληνική διαίρεσις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ði.ˈɛ.ɾɛ.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διαίρεση θηλυκό

  1. ο χωρισμός σε κομμάτια, τμήματα
    η λύση θα δοθεί με τη διαίρεση του δωματίου σε τρεις ξεχωριστούς χώρους
  2. (μαθηματικά) μία από τις τέσσερις βασικές πράξεις στην αριθμητική
    ο διαιρέτης διαιρεί ακριβώς τον διαιρετέο όταν το υπόλοιπο της διαίρεσης είναι μηδέν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία