Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαιρετός < αρχαία ελληνική διαιρετός < διαιρῶ

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διαιρετός

  1. (για αριθμό ή ποσότητα) που μπορεί να διαιρεθεί από κάποιον άλλο χωρίς να αφήσει υπόλοιπο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία