Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδιαίρεση < υπό + διαίρεση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποδιαίρεση θηλυκό

  1. Η διαίρεση ενός στοιχείου σε μικρότερα σε συνδυασμό με τη κατηγοριοποίηση τους

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία