Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπό, λόγια λέξη < αρχαία ελληνική ὑπό

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

υπό

  1. κάτω από
  2. μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες
    υπό καταρρακτώδη βροχή
    40 βαθμοί Κελσίου υπό σκιάν
  3. (μεταφορικά) για να δηλωθεί κατώτερη θέση ή υποδούλωση, καταπίεση κλπ
    υπό τον ζυγό της δουλείας
    ιστοσελίδα υπό κατασκευή
  4. (καθαρεύουσα) για να δηλωθεί το πρόσωπο που ενεργεί σε παθητική σύνταξη (ποιητικό αίτιο)

  ΣύνθεταΕπεξεργασία