Δείτε επίσης: υπό

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπό < πιθανόν από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *upo που τεκμαίρεται ότι υπήρξε και που θεωρείται επίσης ρίζα του λατινικού sub

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

  1. κάτω, κρυμμένο, κάτω από
    ξιφίδια ὑπό μάλης
  2. για δήλωση της αιτίας
    ἀπώλλυτο ὑπό λιμοῦ
  3. για δήλωση του χρόνου
    "ὑπό νύκτα" (στη διάρκεια της νύχτας)
  4. για δήλωση της συνοδείας
    ´κατέσκαπτον τά τείχη ὑπό αὐλητρίδων (κατέσκαπταν τα τείχη υπό τον ήχο αυλών)
  5. (ως πρόθημα) ανεπαισθήτως, σχεδόν
    ὑποβαρβαρίζω, ὑπόλευκος, ὑπόπικρος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία