Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ψιλή οι ψιλές
      γενική της ψιλής των ψιλών
    αιτιατική την ψιλή τις ψιλές
     κλητική ψιλή ψιλές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψιλή < θηλυκό του επιθέτου ψιλός
 
η "ψιλή" (2)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψιλή θηλυκό

  1. το σημείο [ ᾿ ], το ένα από τα δύο πνεύματα που χρησιμοποιούνταν στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας, αυτό που δήλωνε την απουσία δασείας προφοράς για το αρχικό φωνήεν μιας λέξη, όμοιο με το σύμβολο της αποστρόφου
  2. μηχανή για κούρεμα που κόβει τα μαλλιά σύρριζα, γουλί
    Την άλλη μέρα πήγα στον κουρέα στην οδό Σικίνου και του ζήτησα να με κουρέψει με την ψιλή. (Γιάννης Ξανθούλης, Το πεθαμένο λικέρ)
  3. η μπάτσα, η σφαλιάρα
    θα σε αρχίσω στις ψιλές να στρώσεις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ψιλή

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία