Δείτε επίσης: ψίλος, ψηλός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψιλός η ψιλή το ψιλό
      γενική του ψιλού της ψιλής του ψιλού
    αιτιατική τον ψιλό την ψιλή το ψιλό
     κλητική ψιλέ ψιλή ψιλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψιλοί οι ψιλές τα ψιλά
      γενική των ψιλών των ψιλών των ψιλών
    αιτιατική τους ψιλούς τις ψιλές τα ψιλά
     κλητική ψιλοί ψιλές ψιλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψιλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψιλός("αποψιλωμένος") < ψάω και ψίω (ψαύω, τρίβω)
γραμματική: < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ψιλός
νομικά: < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική nue-proprieté[1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψιλός, -ή, -ό

  1. λεπτός
    έπεφτε ψιλή βροχή· κόβω το μήλο σε ψιλές φέτες
  2. (για ήχους) λεπτός σαν παιδικός (παραβάλετε με ψηλός)
    έχει πολύ ψιλή φωνή
  3. (γραμματική) ψιλά σύμφωνα της αρχαίας ελληνικής: τα σύμφωνα κ, π, τ, τα σύγχρονα άηχα κλειστά
  4. (νομική) ψιλή κυριότητα: το να έχει κάποιος μια ιδιοκτησία χωρίς να μπορεί να καρπώνεται και τα οικονομικά οφέλη που μπορεί να αποφέρει, την επικαρπία
  5. (στρατιωτικός όρος) ψιλοί (στρατιώτες): στην αρχαιότητα, οι στρατιώτες που δεν έφεραν βαρύ οπλισμό
  6. (ηχοληψία, δημώδες) τα ψιλά, μικρού μήκους κύματος συχνότητες, υψηλές συχνότητες
  7. ο αποψιλωμένος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κούρεμα με την ψιλή: το πολύ κοντό και βαθύ κούρεμα των μαλλιών, συνώνυμο: "κούρεμα γουλί".
  • σε δουλεύει ψιλό γαζί: σε κοροϊδεύει επιδέξια και δεν το καταλαβαίνεις.
  • ψιλά γράμματα: οι λεπτομέρειες που δεν ενδιαφέρουν πολύ κόσμο και είναι συνήθως τυπωμένες με μικρά τυπογραφικά στοιχεία.
  • ψιλή κουβέντα: συνομιλία για καθημερινά πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψιλός < ψάω και ψίω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψιλός,ή,όν

  1. άδενδρος
  2. άτριχος, φαλακρός
  3. άπτερος
  4. γυμνός από κάτι, ακάλυπτος γενικότερα, στερημένος από κάτι, δίχως κάτι που συνηθίζεται να συνοδεύει, σκέτος
    ο ψιλός λόγος : ο πεζός λόγος
    ψιλή ποίησις : χωρίς τη συνοδεία μουσικής
    ψιλή κιθάρισις : μουσική χωρίς τη συνοδεία άσματος
  5. στον πληθυντικό το αρσενικό, οι ψιλοί, ως ουσιαστικό, για τους σχετικά ελαφρώς οπλισμένους στρατιώτες (με τόξα ή σφενδόνες)
  6. ελληνιστική κοινή (γραμματική) ψιλά σύμφωνα κ, π, τ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία