Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψύλλος οι ψύλλοι
      γενική του ψύλλου των ψύλλων
    αιτιατική τον ψύλλο τους ψύλλους
     κλητική ψύλλε ψύλλοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψύλλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ψύλλος ή ἡ ψύλλα[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpsi.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψύλ‐λος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψύλλος αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψύλλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψύλλος αρσενικό (και ψύλλα)

  ΠηγέςΕπεξεργασία