Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψήλος < το ψῆλος < ψηλός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψήλος ουδέτερο (άκλιτο πλέον)

  1. (παρωχημένο) το ύψος, το μπόι (κατά το πλατύς, πλάτος, φαρδύς, φάρδος)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία