Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύψος ύψη
γενική ύψους υψών
αιτιατική ύψος ύψη
κλητική ύψος ύψη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύψος < αρχαία ελληνική ὕψος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈi.psɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
τα βέλη δείχνουν το ύψος των καμπυλών

ύψος ουδέτερο

  1. η απόσταση από τη βάση ενός πράγματος έως την κορυφή του
  2. το μήκος του ανθρώπινου σώματος
    συνώνυμα: ανάστημα
  3. ο τόνος του ήχου και της μελωδίας
  4. (γεωμετρία) η κάθετη απόσταση που ενώνει τη βάση και την κορυφή ενός σχήματος ή τις παράλληλες βάσεις ενός σχήματος ή στερεού
    • (συνεκδοχικά) το ευθύγραμμο τμήμα που προσδιορίζει την παραπάνω απόσταση
  5. το ανώτερο σημείο που μπορεί να φτάσει κάποιος ή κάτι
  6. (μεταφορικά) τη πνευματική και ηθική ανωτερότητα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία