Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική υψηλός υψηλή υψηλό
γενική υψηλού υψηλής υψηλού
αιτιατική υψηλό υψηλή υψηλό
κλητική υψηλέ υψηλή υψηλό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υψηλοί υψηλές υψηλά
γενική υψηλών υψηλών υψηλών
αιτιατική υψηλούς υψηλές υψηλά
κλητική υψηλοί υψηλές υψηλά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υψηλός < αρχαία ελληνική ὑψηλός < ὕψος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.psi.ˈlɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.psi.ˈli/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.psi.ˈlɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υψηλός, -ή, -ό

  1. που έχει μεγάλο ύψος
      αντώνυμα: κοντός, χαμηλός, χθαμαλός
  2. οξύς, μεγάλος ως προς τη συχνότητα (για ήχους και )
    δεν ακούει καλά τις υψηλές συχνότητες
  3. (μεταφορικά) μεγάλος, πολύς
    υψηλός μισθός
      αντώνυμα: χαμηλός
  4. (μεταφορικά) που συνοδεύεται από ισχύ, κύρος
    υψηλή κοινωνική θέση
      αντώνυμα: χαμηλός
  5. (μεταφορικά) ευγενικός, περήφανος, μεγαλοπρεπής
    τα υψηλά ιδανικά, υψηλό ήθος, υψηλό ύφος
      αντώνυμα: ταπεινός
  6. (μεταφορικά) έντονος, δυνατός
    η συζήτηση διεξήχθη σε υψηλούς τόνους

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία