Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική μεγάλος μεγάλη μεγάλο
γενική μεγάλου μεγάλης μεγάλου
αιτιατική μεγάλο μεγάλη μεγάλο
κλητική μεγάλε μεγάλη μεγάλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα
γενική μεγάλων μεγάλων μεγάλων
αιτιατική μεγάλους μεγάλες μεγάλα
κλητική μεγάλοι μεγάλες μεγάλα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mɛˈɣa.lɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεγάλος, -η, -ο (συγκριτικός μεγαλύτερος, υπερθετικός μέγιστος)

  1. (ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπως είναι οι διαστάσεις, το βάρος, ο όγκος κλπ) που μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας
    Του είπα να μας βάλει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας
  2. (στη γραφή) ο κεφαλαίος
    Μην γράφεις συνέχεια με μεγάλα γράμματα.
  3. σπουδαίος, με ιδιαίτερη σημασία
    Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.
    Ήταν μεγάλος ο Καβάφης, αλλ' επιτέλους δεν ήταν ο μόνος μεγάλος Έλληνας ποιητής. (Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα)

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μεγάλος αρσενικό

  1. ο ενήλικας
    Καλό είναι τα παιδιά να ακούνε τους μεγάλους.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία