Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ακρομεγαλία οι ακρομεγαλίες
      γενική της ακρομεγαλίας των ακρομεγαλιών
    αιτιατική την ακρομεγαλία τις ακρομεγαλίες
     κλητική ακρομεγαλία ακρομεγαλίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακρομεγαλία < γαλλική acromégalie

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακρομεγαλία θηλυκό

  • (ιατρική): παθολογική χρόνια νόσος υπερτροφίας (διόγκωσης) των άκρων· σπάνια ορμονική διαταραχή που οφείλεται στην υπερέκκριση αυξητικής ορμόνης (GHRH) από τον αδένα της υπόφυσης και παρατηρείται συνήθως σε ενήλικες μέσης ηλικίας.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • GΗRH στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία