Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νόσος οι νόσοι
      γενική της νόσου των νόσων
    αιτιατική τη νόσο τις νόσους
     κλητική νόσε νόσοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νόσος < αρχαία ελληνική νόσος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈnɔ.sɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νόσος θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία