Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάστιγα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάστιγα θηλυκό

  • μεγάλη συμφορά, κοινωνική πληγή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία