Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υγεία υγείες
γενική υγείας
αιτιατική υγεία υγείες
κλητική υγεία υγείες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγεία < ελληνιστική κοινή ὑγεία < αρχαία ελληνική ὑγίεια

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υγεία θηλυκό

  1. η καλή κατάσταση και φυσιολογική λειτουργία ενός οργανισμού, η απουσία αρρώστιας
  2. (γενικότερα) η κατάσταση ενός οργανισμού
    αμετάβλητη η υγεία του αρρώστου
  3. (μεταφορικά) η καλή κατάσταση και λειτουργία ενός συστήματος
  4. (συνεκδοχικά) το σύστημα υγείας μιας χώρας
    η κυβέρνηση θα πάρει μέτρα για την παιδεία και την υγεία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • εις υγείαν και στην υγειά σας : λέγεται σαν ευχή όταν κάποιος πίνει κάτι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία