Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υγιεινή υγιεινές
γενική υγιεινής υγιεινών
αιτιατική υγιεινή υγιεινές
κλητική υγιεινή υγιεινές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υγιεινή < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου υγιεινός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υγιεινή θηλυκό

  1. το σύνολο των ενεργειών και των κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία της υγείας του οργανισμού
  2. (ειδικότερα) η καθαριότητα, ως ενέργεια που συμβάλλει στη διατήρηση της καλής υγείας
  3. ο αντίστοιχος κλάδος της ιατρικής
      συνώνυμα: υγειονολογία

  Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

υγιεινή

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία