Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καθαριότητα οι καθαριότητες
      γενική της καθαριότητας των καθαριοτήτων
    αιτιατική την καθαριότητα τις καθαριότητες
     κλητική καθαριότητα καθαριότητες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καθαριότητα < καθαριότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καθαριότητα θηλυκό

  1. η ιδιότητα του καθαρού
    η καθαριότητα της πόλης είναι υποδειγματική
  2. οι ενέργειες που γίνονται για να καθαριστεί ένα μέρος
    σήμερα έχουμε γενική καθαριότητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία