Δείτε επίσης: εκκαθαρίζω

  Ετυμολογία

επεξεργασία
καθαρίζω < (ελληνιστική κοινή) καθαρίζω < αρχαία ελληνική καθαρός + -ίζω

καθαρίζω

  1. κάνω κάτι να μην είναι βρόμικο ή λερωμένο πια
    Τελείωσε το φαΐ σου και μετά να πλύνεις τα πιάτα και να καθαρίσεις το τραπέζι. (Χρήστος Βακαλόπουλος, Οι πτυχιούχοι)
     αντώνυμα: βρομίζω, λερώνω
  2. βγάζω από ένα μέρος αυτά που δεν ανήκουν ή δεν ταιριάζουν
  3. βγάζω τη φλούδα, τις λεπίδες κλπ από διάφορα φαγητά
    Να σου καθαρίσω μήλο; (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  4. (οικείο) (λαϊκότροπο) κερδίζω, έχω εισόδημα
    Από την μπίζνα αυτή καθάρισε κάνα εκατομμύριο.
  5. (μεταφορικά) σκοτώνω κάποιον
    πρέπει να τον καθαρίσουμε, είναι ο μόνος μάρτυρας της δολοφονίας

Εκφράσεις

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία