Arrows blue.png Δείτε επίσης: εἰσόδημα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισόδημα εισοδήματα
γενική εισοδήματος εισοδημάτων
αιτιατική εισόδημα εισοδήματα
κλητική εισόδημα εισοδήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εισόδημα < μεσαιωνική ελληνική εἰσόδημα < ελληνιστική κοινή εἰσοδεύω[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εισόδημα ουδέτερο

  • χρήματα που αποκτά κάποιος από εργασία, μίσθωση, καταθέσεις ή άλλη πηγή και συνήθως φορολογείται
    Όταν γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα πίστευε πως τα εισοδήματα από τα ακίνητα που είχε αγοράσει θα του φτάνανε να ζήσει άνετα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία