Ετυμολογία

επεξεργασία
κερδίζω < λείπει η ετυμολογία

κερδίζω, πρτ.: κέρδιζα, στ.μέλλ.: θα κερδίσω, αόρ.: κέρδισα, μτχ.π.π.: κερδισμένος

  1. αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
  2. έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα
  3. νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα
  4. αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια
    με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία
  5. (μεταφορικά) προκαλώ τους άλλους να σχηματίσουν καλή γνώμη για εμένα

Εκφράσεις

επεξεργασία
  • κερδίζω τα προς το ζην: αποκτώ εργαζόμενος τα απαραίτητα χρήματα για να ζήσω

Συγγενικά

επεξεργασία
→ δείτε τη λέξη  κέρδος

  Μεταφράσεις

επεξεργασία