Arrows blue.png Δείτε επίσης: αποκοτώ, ἀποκτῶμαι

Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

αποκτώ < μεσαιωνική ελληνική αποκτώ < ἀπό + αρχαία ελληνική κτῶμαι

  ΡήμαEdit

αποκτώ (παθητική φωνή: αποκτιέμαι & αποχτιέμαι)

Εναλλακτικές μορφέςEdit

Συγγενικές λέξειςEdit

ΚλίσηEdit

  ΜεταφράσειςEdit