Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: Χρειάζεται αρχαίος τομέας και μεταφορά υλικού σ' αυτόν sarri.greek (συζήτηση) 22:05, 22 Οκτωβρίου 2019 (UTC).


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κέρδος τα κέρδη
      γενική του κέρδους των κερδών
    αιτιατική το κέρδος τα κέρδη
     κλητική κέρδος κέρδη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κέρδος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κέρδος[1] < (κατά Robert S. P. Beekes) πρωτοϊνδοευρωπαϊκά: *kerd- («τέχνη, χειροτεχνία») και συγγενές του παλαιοϊρλανδικού cerd («τέχνη, χειροτεχνία· δεξιότητα»)

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈceɾ.ðos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κέρ‐δος

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κέρδος ουδέτερο

  1. (οικονομία): η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα
  2. όφελος, θετικό αποτέλεσμα που έχει μια κίνηση ή μια ενέργεια προς συμφέρον κάποιου
  3. αυτό που κερδίζει κανείς
  4. όφελος, ωφέλεια

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροι

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία



ζητούμενο λήμμα