Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έσοδο τα έσοδα
      γενική του εσόδου των εσόδων
    αιτιατική το έσοδο τα έσοδα
     κλητική έσοδο έσοδα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έσοδο < ελληνιστική κοινή εἴσοδος / ἔσοδος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική εἴσοδος / ἔσοδος < εἰς + ὁδός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈε.sɔ.ðɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έσοδο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία