Arrows blue.png Δείτε επίσης: Πόρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πόρος πόροι
γενική πόρου πόρων
αιτιατική πόρο πόρους
κλητική πόρε πόροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόρος < αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα) < περάω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόρος αρσενικό

  1. (μικρό) άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι
    οι πόροι του δέρματος
  2. (μεταφορικά) τα υλικά μέσα
    δεν έχει πόρους για να ζήσει
  3. (παρωχημένο) το τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα
    Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία