Δείτε επίσης: Πόρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πόρος οι πόροι
      γενική του πόρου των πόρων
    αιτιατική τον πόρο τους πόρους
     κλητική πόρε πόροι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πόρος < αρχαία ελληνική πόρος (πέρασμα) < περάω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /'po.ros/
ομόηχο: πώρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πόρος αρσενικό

  1. (μικρό) άνοιγμα, απ’ όπου μπορεί να περάσει κάποιος ή κάτι
    οι πόροι του δέρματος
  2. (μεταφορικά) τα υλικά μέσα
    δεν έχει πόρους για να ζήσει
  3. (παρωχημένο) το τμήμα ενός ποταμού, απ’ όπου περνούσαν απέναντι άνθρωποι ή ζώα
    Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο». (*)
  4. (πληροφορική) resource: τα τμήματα υπολογιστικού συστήματος που συμβάλλουν σημαντικά στην απόδοσή του, όπως οι επεξεργαστές (CPU), κεντρική μνήμη, περιφερειακή μνήμη, κλπ. και το αντίστοιχο λογισμικό, όπως το λειτουργικό σύστημα, οι βάσεις δεδομένων, κλπ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία