Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹɪˈsɔːs/ και /ɹɪˈzɔːs/
 
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

resource (en)

  1. πόρος
  2. (υλικό υπολογιστή) ο πόρος (CPU, μνήμη, κλπ.) ενός υπολογιστικού συστήματος
    back-up resource (εφεδρικός πόρος)[1]
  3. (λογισμικό) πόρος, οι διαθέσιμες λειτουργίες των προγραμμάτων ενός συστήματος
  4. (διαδίκτυο) συνώνυμο του web resource
    → δείτε τη λέξη uniform resource identifier (URI)

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

υλικό υπολογιστή:

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • resource στην αγγλική Βικιπαίδεια  

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και τον ΕΛΕΤΟ.