Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πλεονέκτημα τα πλεονεκτήματα
      γενική του πλεονεκτήματος των πλεονεκτημάτων
    αιτιατική το πλεονέκτημα τα πλεονεκτήματα
     κλητική πλεονέκτημα πλεονεκτήματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεονέκτημα < αρχαία ελληνική πλεονέκτημα < πλεονεκτῶ < πλεονέκτης (ὁ πλέον ἔχων, αυτός που έχει περισσότερα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεονέκτημα ουδέτερο

  1. το να βρίσκεται κάποιος σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με άλλους για την επίτευξη ενός στόχου
  2. (κατ' επέκταση) πράγμα ή ιδιότητα που προσφέρει σε κάποιον πλεονέκτημα (με την παραπάνω έννοια)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αφήνω το πλεονέκτημα: (ποδόσφαιρο) επιτρέπω τη συνέχεια του αγώνα, αν και έχει γίνει φάουλ, επειδή η ομάδα του παίκτη στον οποίο έγινε το φάουλ συνεχίζει να είναι κάτοχος της μπάλας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία