Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καλύτερος η καλύτερη το καλύτερο
      γενική του καλύτερου της καλύτερης του καλύτερου
    αιτιατική τον καλύτερο την καλύτερη το καλύτερο
     κλητική καλύτερε καλύτερη καλύτερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καλύτεροι οι καλύτερες τα καλύτερα
      γενική των καλύτερων των καλύτερων των καλύτερων
    αιτιατική τους καλύτερους τις καλύτερες τα καλύτερα
     κλητική καλύτεροι καλύτερες καλύτερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλύτερος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καλύτερος < καλ(ός) + -ύτερος κατά τα επίθετα -ύς[1] Η μεσαιωνική γραφή καλλίτερος που υπάρχει σε πολλά παλιά κείμενα σχετιζόταν με το μεσαιωνικό κάλλιος[2]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaˈli.te.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐λύ‐τε‐ρος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καλύτερος, -η, -ο

  • συγκριτικός βαθμός του καλός
    1. (συγκριτικά) πιο καλός
      η Μαρία είναι γενικώς καλύτερη μαθήτρια από τον Δημήτρη, αλλά ο Δημήτρης είναι καλύτερος στα μαθηματικά
    2. (ως υπερθετικός, με άρθρο) ο πιο καλός
      η Μαρία είναι η καλύτερη μαθήτρια μέσα στην τάξη
    3. (ως ουσιαστικά) αυτός που είναι ο καλύτερος
      ο Αλέξανδρος πεθαίνοντας άφησε τη βασιλεία του στον καλύτερο: «τῷ κρατίστῳ»
      μετά από τέτοιο τσακωμό, το καλύτερο που έχει να κάνεις είναι να χωρίσεις!

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «καλύτερος» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.