Arrows blue.png Δείτε επίσης: συγκρητικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συγκριτικός συγκριτική συγκριτικό
γενική συγκριτικού συγκριτικής συγκριτικού
αιτιατική συγκριτικό συγκριτική συγκριτικό
κλητική συγκριτικέ συγκριτική συγκριτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συγκριτικοί συγκριτικές συγκριτικά
γενική συγκριτικών συγκριτικών συγκριτικών
αιτιατική συγκριτικούς συγκριτικές συγκριτικά
κλητική συγκριτικοί συγκριτικές συγκριτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκριτικός < αρχαία ελληνική συγκριτικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siŋ.ɡɾi.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /siŋ.ɡɾi.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /siŋ.ɡɾi.ti.ˈk/ ουδέτερο

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συγκριτικός, -ή, -ό

  1. που συγκρίνει ή χρησιμοποιεί ως μέθοδο τη σύγκριση
    συγκριτική μελέτη
    συγκριτική γλωσσολογία
  2. που προσφέρεται προς σύγκριση
    συγκριτικά στοιχεία
  3. (γραμματική) βαθμός παραθετικών των επιθέτων και επιρρημάτων που χρησιμοποιείται κυρίως σε συγκρίσεις
    το "χειρότερος" είναι ο συγκριτικός βαθμός του επιθέτου "κακός"
    δείτε και τον όρο υπερθετικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία