Δείτε επίσης: κρίνο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίνω < αρχαία ελληνική κρίνω < πρωτοελληνική *kríňňō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kri-n-ye- < *krey- (κοσκινίζω, χωρίζω, διαιρώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɾi.nɔ/

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

κρίνω

  1. σχηματίζω γνώμη, νομίζω, εκτιμώ
    εγώ κρίνω πως η πράξη του ήταν σωστή
  2. δικάζω, αποφασίζω, βγάζω απόφαση
    το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο
  3. κατακρίνω, καταδικάζω
  4. κάνω κριτική

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Σημείωση: Για τη μετοχή κριμένος βλέπε τη Συζήτηση:κριμένος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία