Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κρίση κρίσεις
γενική κρίσης
& κρίσεως
κρίσεων
αιτιατική κρίση κρίσεις
κλητική κρίση κρίσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κρίση < αρχαία ελληνική κρίσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κρίση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του κρίνω, η νοητική ενέργεια που οδηγεί σε μια απόφαση ή επιλογή
    το αφήνω στην κρίση σας
  2. η απότομη όξυνση ενός προβλήματος
    οικονομική κρίση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία