Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

osąd 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

osąd (pl) αρσενικό

  1. η κρίση (νοητική ενέργεια)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία